Μετὰ τὶς ἀνανεωμένες ἐκδόσεις τῶν ἐκλεκτῶν πονημάτων τοῦ ἀείμνηστου καθηγητῆ Ἀγαπητοῦ Γ. Τσοπανάκη (Albin Lesky, Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας (μετάφραση), Τὸ τελικὸ -ν καὶ Εἰσαγωγὴ στὸν Ὅμηρο) ἦλθε ἡ σειρὰ τῆς Νεοελληνικῆς Γραμματικῆς του.
Ἡ Γραμματικὴ αὐτὴ εἶναι ἕνα ἔργο ποὺ ἐξετάζει σὲ βάθος τὴν δομὴ τῆς μορφῆς τὴν ὁποία ἔχει λάβει σήμερα ἡ γλώσσα μας καὶ τοὺς δρόμους μέσα ἀπὸ τοὺς ὁποίους διαμορφώθηκε καὶ δὲν σταματᾶ νὰ διαμορφώνεται καὶ νὰ ἐξελίσσεται, σὰν ζωντανὸς ὀργανισμός, παραλαμβάνοντας ὅ,τι τῆς χρειάζεται καὶ ἀφήνοντας νὰ ἀτονήση ἢ ἀπορρίπτοντας ὅ,τι δὲν τῆς εἶναι ἀναγκαῖο. Παρὰ τὴν πορεία της ὅμως αὐτὴν ἡ γλώσσα μας δὲν παύει νὰ διατηρῆ ἀδιάσπαστη τὴν συνέχειά της, χρησιμοποιώντας ἀναλλοίωτες ἢ μὲ ἐλάχιστες μεταβολὲς ὅλες τὶς λέξεις ποὺ χρησιμοποίησε ἡ ΑΕ γιὰ νὰ ἐκφράση τὰ σημα- ντικότερα στοιχεῖα τοῦ φυσικοῦ καὶ ἀνθρώπινου περιβάλλοντος.
Ὁ συγγραφέας, ξεκινώντας ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν σὲ βάθος γνώση τῆς ΑΕ καὶ τὴν γνώση καὶ τὴν ἀγάπη του γιὰ τὴν ΝΕ, μὲ τὶς ὁποῖες ἀσχολήθηκε μὲ ζῆλο σὲ ὁλόκληρη τὴν ζωή του, ἐξέτασε συστηματικὰ ὅλες τὶς ἐκφάνσεις τῆς γλώσσας μας καὶ συγκρότησε ἕνα ἔργο ποὺ πετυχαίνει νὰ ἀναδείξη, μὲ σπάνια ἑλκυστικότητα γιὰ τέτοια βιβλία, τὸν πλοῦτο, τὴν πλαστικότητα καὶ τὴν ὀμορφιά της.
Ἡ Γραμματική, ὅπως γράφει στὸν Πρόλογό του γιὰ τὴν πρώτη ἔκδοση, «δὲν εἶναι ἕνας Ἀστικὸς Κώδικας, ποὺ δημιουργεῖ φράχτες. Εἶναι κάτι ζωντανό, καὶ παρακολουθεῖ καὶ περιγράφει τόσο τὰ στοιχεῖα αὐτῆς τῆς γλώσσας, ὅσο καὶ τὴν τροποποίησή τους, ἡ ὁποία ἔχει σχέση μὲ τὴν λειτουργία τους μέσα στὸν λόγο». Ἀναφερόμενος δὲ στὴν ἄποψη συναδέλφων του ἢ ἄλλων λογίων γιὰ τὴν Νεοελληνικὴ Γραμματικὴ τοῦ Μ.Τριανταφυλλίδη, ποὺ τὴν θεωροῦν «ἱερὸ βιβλίο καὶ γι’ αὐτὸ ἀμετακίνητο», δηλαδὴ ἀνεπίδεκτη μεταβολῶν, ἀντιτάσσεται σ’ αὐτὴν καὶ προσθέτει «... καὶ πιστεύω ὅτι οὔτε ὁ ἴδιος ὁ Μ. Τριανταφυλλίδης θὰ τὸ ἀνεχόταν οὔτε κανένας ἄλλος γιὰ τὸ ἔργο του. Εἶναι εὐνόητο ὅτι αὐτὰ ἰσχύουν καὶ γι’ αὐτὸ ἐδῶ τὸ βιβλίο» (