Με χρώματα και μουσικές στη γειτονιά η άνοιξη ξημερώνει
στον δρόμο για το πουθενά
κουρασμένα
απελπισμένα
ανεπιθύμητα
θλιμμένα χελιδόνια
χωρίς φωλιά
άνοιξη
ουρανό
παιδιά της προσφυγιάς
στη θάλασσα
σε βάρκες
σε σκηνές
όπως κάποτε οι γονείς μας
κάποτε οι παππούδες μας
παιδιά στον δρόμο
για το πουθενά
η αθωότητα
η ελπίδα όλων μας
ένα κουρέλι σκαλωμένο
σ’ αγκαθωτά συρματοπλέγματα
Τώρα που η πηγή έχει στερέψει μέσα μου/ στο πιο βαθύ κουρνιάζω μέρος της σπηλιάς μου/ [ ] κρατάω την ανθρωπότητα στην αγκαλιά μου/ να τη ζεστάνω για να ζεσταθώ κι εγώ/ και της μιλάω για ν’ ακούσω ζωντανή φωνή/ και κλαίω... («λάλον ύδωρ», σ. 16) διαβάζουμε στη νέα ποιητική συλλογή Κασταλία πηγή του Τόλη Νικηφόρου όπου από μια περίοδο 42 χρόνων ανθολογούνται 44 ποιήματά του «για το παιδί και την αθωότητα». Δυο λέξεις/έννοιες που ταυτίζονται στη ζωή μας.
Χρόνια στα σχολεία προσκεκλημένος συνομιλεί μαζί τους μέσω της ποίησης, μέσω των λέξεων που, χάρη στα παιδιά, μεταγγίζει σε φως. Οι μορφές τους παρελαύνουν συχνά στους στίχους του καθώς τ’ ακούει καθημερινά να τιτιβίζουν στο σχολειό δίπλα στο σπίτι του: δίπλα στην κλειδωμένη αυλόπορτα/ πάνω απ’ το χαμηλό πεζούλι/ στα κάγκελα είναι γαντζωμένα/ τέσσερα-πέντε πιτσιρίκια/ αγόρια και κορίτσια/ και ξαφνικά/ καθώς περνάω απ’ το σχολείο/ γυρίζουν όλα και χαμογελάνε/ μάτια που λάμπουν/ κάτω απ’ τα σκουφάκια τους// ή μήπως/ είχα χαμογελάσει πρώτα εγώ;
Μετά τις Ανθολογίες για την αγαπημένη του Θεσσαλονίκη και για τον Έρωτα ο Τ.Ν. επανέρχεται ανθολογώντας ποιήματα για την τρίτη σταθερά της