Λέξεις αφηνιασμένες στο μέτωπο της μνήμης
Κι εγώ γράφω στίχους ίσως μπορέσω
κι αναστείλω την ποινή σου
[ ] Είχες εντούτοις παράθυρο στη θάλασσα
μα δεν την έβλεπες τη θέα
Μέσα από το κλειστό κελί σου
κοίταζες της οικουμένης τα έγκατα
αντί τη γειτονιά σου
αντί το σπίτι σου
για να γεννήσεις το δικό σου ποίημα
Δεν το επινόησες σωστά το ποίημα
ύστερα μάλιστα το παραμέλησες
δεν το ανάθρεψες σωστά
μετάλλαξες τις λέξεις
απέσταξες την ουσία
και έφυγε η λάμψη του
κι ο αναστεναγμός σου μαζί
(Γράμμα στον σύντροφο)
Δέκατη τέταρτη ποιητική συλλογή της Κυπρίας Κλεοπάτρας Μακρίδου που με έναν εσωτερικό λυρικό τόνο εξακολουθεί να στριφογυρίζει «στα ερείπια των αφινιασμένων λέξεων» επιχειρώντας «να σώσει την τελευταία ρήξη με το αύριο/ και τα ποιήματα των συμπληγάδων χρόνων» μας: [ ] Είχε ενδώσει πια στα ματωμένα χέρια του χρόνου/ και στις παραπλάνησεις του ονείρου/ στους κόλακες του φόβου/ και στ’ ασημένια αστεράκια της γραφής/ Δεν αγαπούσε τη ζωή του/ όχι γιατί δεν ήταν ωραία/ αλλά γιατί δεν είχε κατανοήσει ποτέ το νόημα της/ Ερασιτέχνης της ζωής ήτανε// Απ’ εκεί που βρισκόταν/ δεν φαινόταν ποτέ ουρανός.
«Αρχαιοπρεπής και εκ πατρίδος λόγος», με εμφανείς αναφορές στον Καβάφη, συνομιλεί συχνά με τον μύθο και της ιστορία προσπαθώντας να αποτιμήσει γεγονότα, να αξιοποιήσει σφάλματα και να εξάγει συμπεράσματα από όσα βάρυναν μέσα στον χρόνο και τους ανθρώπους: «Όσα απ’ τα όνειρα κατάφεραν να επιζήσουν/ κάνουν τόπο στην μνήμη/