Η γενική ευφορία που προκάλεσε η καθιέρωση -με διοικητική πράξη- της δημοτικής σαν γλώσσας της παιδείας, καθώς και η έρευνα, προ καιρού, του κ. Κώστα Τριανταφυλλίδη `Σταυροφορία (!) για τη γλώσσα`, στις στήλες της `Καθημερινής`, πείθουν ότι η κατάσταση σχετικά με τη γλωσσική πραγματικότητα στον τόπο μας είναι πολύ σοβαρότερη απ` ό,τι θα μπορούσε κανένας να υποθέσει.
Πραγματικά, ορισμένες φορές είναι να τρομάζει κανένας με το `δημοτικιστικό` εφησυχασμό των λογίων, των συγγραφέων, των δασκάλων και των φοιτητών μας και να αναρωτιέται αν αλήθεια το πνεύμα του λογιωτατισμού δεν πέρασε ήδη από την καθαρεύουσα στη δημοτική κι αν έχει πια κανένα νόημα στις μέρες μας ο `Διάλογος` του Σολωμού. Γιατί πρέπει να ομολογήσουμε θαρραλέα ότι, όπως υπάρχει ένας λογιωτατισμός της καθαρεύουσας (και είναι αυτός που μας απωθεί τελικά σ` ένα διοικητικό έγγραφο, ας πούμε, όχι τα `ν` ή τα `ρ`) έτσι υπάρχει κι ένας λογιωτατισμός της δημοτικής (χωρίς `ν` ή `ρ`), που με τη σειρά του δυναστεύει το λαό μας και την παιδεία μας από την εποχή του Ψυχάρη ως σήμερα. Ένας ίδιος σχολαστικισμός, μια όμοια πνευματική φτώχεια και κενότητα.
Όμως όλα αυτά φοβάμαι -λογιωτατισμός της καθαρεύουσας, λογιωτατισμός της δημοτικής- είναι αποτελέσματα μιας βαθύτερης αιτίας, εκδηλώσεις ενός νέου ιστορικού φαινομένου: της αποδυνάμωσης της ελληνικής γλώσσας κατά τον 20ο αιώνα. Όλοι μας σήμερα -εκτός ίσως από μερικούς ορεσίβιους της Πίνδου ή κάποιους ελεεινούς ψαράδες σε κάποια ανεύρετα νησάκια- μιλάμε λίγο-πολύ μια αποδυναμωμένη ελληνική γλώσσα, που προσπαθούμε (άλλος με περισσότερη, άλλος με λιγότερη επιτυχία) να δημοτικοποιήσουμε κατά το δυνατό και να επιβάλουμε και στα παιδιά μας στο σχολείο. Είναι μια γλώσσα που, ενώ γραμματικά φαίνεται να παρουσιάζει `δημοτικιστική` συνέπεια, υφολογικά γίνεται ολοένα πιο καθαρεύουσα.
Αν η σημερινή ελληνική είναι πράγματι αποδυναμωμένη, αυτό οφείλεται κατά βάθος στο ότι δεν έχει μήνυμα. Αντίθετα με τη γλώσσα του Θουκυδίδη ή του δημοτικού τραγουδιού είναι μια γλώσσα χ