Οι λογαριασμοί μου με το Άσμα Ασμάτων είναι παλιοί. Το πρωτοδιάβασα το καλοκαίρι του 1968 από μια Αγία Γραφή της Βιβλικής Εταιρίας, που δεν θυμάμαι πως βρέθηκε στο σπίτι μας. Άρχισα να το μεταφράζω με πολλή όρεξη, αντιστρόφως ανάλογη με το καθήκον ενός φοιτητή της Νομικής που έπρεπε να προετοιμαστεί για τις εξετάσεις του Σεπτεμβρίου. Έχω ακόμη το σπιράλ τετράδιο εκείνης της εποχής με το Άσμα καθαρογραμμένο και την ένδειξη : Καμίτσανη 15/7/68-1/9/68. Αυτό το διάστημα, των 45 περίπου ημερών, ήταν για μένα ένα `διάλειμμα χαράς` ανάμεσα στην πιεστική ανάγκη να τελειώσω τη Νομική και το βαρύ κλίμα της επταετίας που μόλις άρχιζε. Επιστρέφοντας στην Αθήνα πήρα και διάβασα τη Μεταγραφή του Σεφέρη. Εκτίμησα ιδιαίτερα την ακριβολογία του αλλά δεν συμπορεύτηκα συχνά με τους ρυθμούς του. Κυρίως, δεν βρήκα τους χυμούς και το πάθος `ενός γαμήλιου τραγουδιού, που βλάστησε ανάμεσα σ` ένα ποιμενικό λαό, το λαό της Παλαιστίνης`, όπως σημείωνε ο ίδιος στο προλόγισμά του. Έβαλα το τετράδιο στο συρτάρι μου και το ξέχασα για πολλά χρόνια. Το θυμήθηκα το 1984, όταν μου το ζήτησε ο Νίκος Μαμαγκάκης για να το μελοποιήσει. Ξαναβλέποντάς το, με αυτή την ευκαιρία, έκανα αρκετές διορθώσεις, ενώ στιχούργησα ορισμένα σημεία για τις ανάγκες της μελοποίησης. Ο Μαμαγκάκης, για λόγους που δεν είναι του παρόντος, το έβαλε στο δικό του συρτάρι. Πέρασαν τα χρόνια, διάβασα εν των μεταξύ μεταφράσεις του Άσματος από τον Κ. Φριλίγγο, τον Γιοζέφ Ελιγιά, τον Νίκο Παπακωνσταντίνου, τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, και αποφάσισα ότι δε με ενδιέφερε να προσθέσω άλλη μια μετάφραση ή μεταγραφή του Άσματος. Μ` ενδιέφερε όμως, όλο και περισσότερο, μια προσωπική ανάγνωση του Άσματος με περισσότερες ελευθερίες, ώστε να προτείνω στον σημερινό αναγνώστη ένα εκτενές ερωτικό ποίημα -που ίσως ήθελα να γράψω- από αυτά που δεν γράφονται στις μέρες μας. Το τελευταίο που θυμάμαι είναι το Μονόγραμμα του Ελύτη.Έτσι πήρα αρκετές ελευθερίες που ο προσεκτικός αναγνώστης εύκολα θα διακρίνει. Ακόμη, δεν ακολούθησα τη συνήθη τακτική, σύ